Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Σχόλια πάνω στο Σχέδιο Θέσεων και Προοπτικών του Συμβουλίου Δράσης για το 3ο Συνέδριο της ΟΕΝ

Στο πλαίσιο του ανοιχτού διαλόγου, ως ΟΕΝ Θεσσαλονίκης δημοσιεύουμε την κριτική μας στο Σχέδιο Θέσεων και Προοπτικών του Συμβουλίου Δράσης για το 3ο Συνέδριο της ΟΕΝ


"Σύντροφοι, το συνέδριο του οποίου οι μέρες σύντομα πλησιάζουν αποτελεί αναμφίβολα μια κορυφαία εσωτερική διαδικασία απ’ την οποία θα καθοριστούν οι βασικοί στόχοι, τα σχέδια και ο τρόπος δράσης της οργάνωσης για το επόμενο διάστημα. Για την επιτυχία μιας τέτοιας σημαντικής διαδικασίας είναι απαραίτητη η ενεργή συμμετοχή όλων των μελών της ΟΕΝ, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και σε επίπεδο δράσης.

Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο εμείς ως ο.β. Θεσσαλονίκης σε πρώτη φάση μελετήσαμε και συζητήσαμε το σχέδιο θέσεων και προοπτικών που εξέδωσε το συμβούλιο δράσης και θέλουμε να εκφράσουμε τις όποιες απορίες ή διαφωνίες μας, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στον διάλογο ώστε να διορθωθούν, εμπλουτιστούν ή αποσαφηνιστούν ορισμένες πτυχές του κείμενου.

Είναι ξεκάθαρο από τις πρώτες γραμμές του κειμένου ότι αποτελεί μια προσπάθεια ερμηνείας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων που πηγάζουν από αυτή. Η κρίση του καπιταλισμού, «η χειρότερη κρίση στην ιστορία» όπως σωστά αναφέρεται, αποτελεί αδιαμφισβήτητα το κεντρικό σημείο αναφοράς όλων των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων ανά την υφήλιο. Οικονομικοί κολοσσοί, κράτη, τράπεζες και χρηματιστήρια κατέρρευσαν και συνεχίζουν να καταρρέουν διαδοχικά σαν ντόμινο εξ’ αιτίας μιας κρίσης που δεν προήλθε από εξωγενείς παράγοντες, αλλά από δομικά στοιχεία του ίδιου του συστήματος. Είναι γνωστή άλλωστε η θεωρία των κρίσεων υπερπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος οι οποίες επαναλαμβάνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Μόνο που αυτήν την φορά το ρήγμα μοιάζει βαθύτερο, ίσως γιατί τώρα εκδηλώνονται και οι αδυναμίες παλιότερων κρίσεων που μετατοπίστηκαν στο μέλλον. Ήδη με την κρατική παρέμβαση για την σωτηρία των τραπεζών και των επιχειρήσεων έχει σημειωθεί το τέλος του δόγματος του νεοφιλελευθερισμού. Τώρα μένει να δούμε και το μέλλον του ίδιου του συστήματος.

Η αναλυτική ερμηνεία βέβαια τέτοιων ζητημάτων απαιτεί βαθιές γνώσεις οικονομικών τις οποίες εμείς δεν έχουμε. Η προσπάθεια όμως εξήγησης των αιτιών της κρίσης που καταβάλλεται στο πρώτο μέρος του κειμένου αν και επιγραμματική είναι ικανοποιητική.

Η συνέχεια όμως του κειμένου παραμένει μονοθεματική. Όπως είπαμε και παραπάνω αναμφίβολα η οικονομική κρίση βρίσκεται στο επίκεντρο των γεγονότων. Χωρίς όμως να παραγνωρίζουμε την σημαντικότητα της δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι καπιταλιστές συνεχίζουν να δρουν ως τέτοιοι και να επιδιώκουν το κέρδος (αυτό θα πάψουν να το κάνουν μόνο αφού πρώτα μας πουλήσουν το σχοινί για να τους κρεμάσουμε, όπως λέει και το γνωστό απόφθεγμα), παρότι το σύστημα τους καταρρέει. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο μια προσέγγιση μόνο υπό το πρίσμα της κρίσης μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα. Θα πρέπει να συνυπολογιστεί και ο ανταγωνισμός του κεφαλαίου που συνεχίζεται αμείωτος (το κεφάλαιο δεν έχει εξαφανιστεί, απλά οδηγήθηκε σε λιγότερα χέρια).

Εδώ να σημειώσουμε και την εξής παρατήρηση. Σε όλο το κείμενο είναι φανερή η πεποίθηση ότι η κρίση σηματοδοτεί όχι μόνο το τέλος του νεοφιλελευθερισμού αλλά και ολόκληρου του καπιταλιστικού οικοδομήματος. Είναι βέβαιο και για μας ότι ο καπιταλισμός κάποια στιγμή θα πάψει να στηρίζεται στα δεκανίκια του και θα καταρρεύσει, όπως πιστεύουμε επίσης ότι η σημερινή κρίση του σηματοδοτεί την αρχή του τέλους του. Η οριστική του πτώση όμως μπορεί να τραβήξει σε πολύ μεγαλύτερο βάθος χρόνου απ' αυτό που προσδοκούμε. Αν ήταν άλλωστε έτσι εύκολα και δρομολογημένα τα πράγματα ο ρόλος μιας επαναστατικής οργάνωσης θα ήταν μάλλον διακοσμητικός. Εκτός αυτού δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η μετάβαση της καπιταλιστικής κοινωνίας στην κομμουνιστική (και τελικά στην αταξική) δεν είναι ένας ντετερμινιστικός μονόδρομος, αφού και ο Μαρξ είχε ήδη τονίσει την εναλλακτική της απόλυτης καταστροφής της κοινωνίας, πράγμα που τα τελευταία χρόνια φαντάζει όλο και πιο κοντινό και πραγματικό απ’ ότι ο δρόμος προς τον σοσιαλισμό. Πλέον αρχίζει να τίθεται το θέμα της επιβίωσης με το υπάρχον σύστημα. Και όχι μόνο στον τομέα του Περιβάλλοντος, που μερικοί υποστηρίζουν ότι η καταστροφή είναι δεδομένη, αλλά και σε πιο χειροπιαστά θέματα και εντός των τειχών, όπως η διαφαινόμενη αδυναμία πληρωμής ταμείου ανεργίας και συντάξεων πράγματα που δεν αναλύονται στο κείμενο των θέσεων παρά μόνο μέσω στατιστικών στοιχειών.

Οι μέρες που έρχονται θα είναι πολύ δυσκολότερες. Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στην κατάρρευση τόσο πιο σκληρά θα είναι τα μέτρα τις αντίδρασης. Η ιστορία μας διδάσκει ότι η αστική τάξη έχει ακόμα όπλα στην φαρέτρα της. Την μεγάλη κρίση του 1929 την ακολούθησε η άνοδος του φασισμού, καθώς όσα δε μπορεί να πετύχει ο «δημοκρατικός» καπιταλισμός μπορεί να τα επιτύχει ο απολυταρχικός (Αν θεωρήσουμε το σήμερα υπό την οπτική της ιστορίας μόνο τυχαία δεν φαίνεται η εύνοια που δείχνουν τα ελληνικά ΜΜΕ στους ακροδεξιούς κύκλους αλλά και η γενικότερη άνοδος της δεξιάς σε όλη την Ευρώπη). Την άνοδο του φασισμού την ακολούθησε ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος. Μπορεί κάτι τέτοιο να φαντάζει σήμερα μακρινό, τουλάχιστον σε τέτοια ευρεία μορφή, αλλά ποιός αμφισβητεί ότι η αστική τάξη δεν θα δίσταζε να αιματοκυλήσει τον πλανήτη προκειμένου να εξασφαλίσει την επιβίωση της; Ένας πόλεμος σημαίνει: άνοδος της βιομηχανίας, μείωση του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού και στην συνέχεια ανάπτυξη από την ανοικοδόμηση των καταστραφέντων μέσων παραγωγής. Όλα αυτά συνέβησαν παρ’ ότι υπήρχε και το αντίπαλο δέος της Σοβιετικής Ένωσης.

Σήμερα που η εργατική τάξη δεν έχει συνέλθει ακόμα από την κατάρρευση του «υπαρκτού» και όπου οι συνδικαλιστές γραφειοκράτες αποτελούν υποχείρια του συστήματος θα πρέπει να καλύψουμε όλον τον δρόμο από την αρχή.

Η αισιοδοξία μας όμως ίσως να πηγάζει από την διαλεκτική σχέση δράσης και αντίδρασης. Όσο πιο σκληρή θα γίνεται η καταστολή εκ μέρους των αστών τόσο πιο ισχυρή θα γίνεται και η προλεταριακή αντίδραση. Δεν πρέπει όμως σε καμία περίπτωση η σκέψη αυτή να μας τυφλώνει. Διαλεκτική σημαίνει να εξετάζουμε με κριτικό μάτι την εκάστοτε κατάσταση, χωρίς προϋποθέσεις, προκαταλήψεις ή προκατασκευασμένες θεωρίες. Η διαλεκτική είναι ένας συνεχής αγώνας αυτοκριτικής, κριτικής κατανόησης του κόσμου και παρέμβασης σε αυτόν, και δεν υπάρχει εύκολος δρόμος προς την κατάκτησή της.

Για να επανέλθουμε όμως στην ουσία του κείμενου. Η παράγραφος με τις πιο τρανταχτές αδυναμίες είναι αυτή που αφορά το βασικότερο μέλημα της νεολαίας, δηλαδή το ζήτημα της παιδείας. Η προσέγγιση του ζητήματος γίνεται και πάλι με επίκεντρο την παγκόσμια οικονομική κρίση και στον κλονισμό που προκάλεσε αυτή στον σχεδιασμό δημιουργίας μιας «αγοράς παιδείας». Είναι προφανές πως μια κρίση με τέτοιο βεληνεκές δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον τομέα της εκπαίδευσης. Κάτι τέτοιο μπορεί να σημαίνει περιορισμό επενδύσεων στον χώρο αυτό αλλά επ' ουδενί δεν σημαίνει και την κατάρρευση της παιδείας της αγοράς (αυτή θα έρθει μόνο με την οριστική κατάρρευση του καπιταλισμού). Αντιθέτως αυτό που πρώτο θα θιχτεί είναι ο χαρακτήρας της δημόσιας και δωρεάν παιδείας. Τα κρατικά πανεπιστήμια είτε θα κλείσουν είτε θα επιβάλλουν δίδακτρα (όπως ήδη συμβαίνει κατά κόρον στις μεταπτυχιακές σπουδές) και σε συνδυασμό με τα όσα ιδιωτικά πανεπιστήμια ανοίξουν θα γίνουν ιδρύματα που απευθύνονται στην κοινωνική ελίτ. Αν η μόρφωση δεν γίνει εμπόρευμα όπως τόσο καιρό επεδίωκαν τότε θα γίνει είδος πολυτελείας. Ας μην ξεχνάμε επιπλέον ότι εδώ και αρκετά χρόνια η παιδεία είναι ήδη σε τεράστιο βαθμό εμπορευματοποιημένη και βαθύτατα ταξική μέσω της παραμέλησης του δημόσιου σχολείου και της επέκτασης των φροντιστηρίων σε όλες τις τάξεις γυμνασίου και λυκείου μετά τον Αρσένη, και ακόμα και σε αρκετές πανεπιστημιακές σχολές! Αυτά συνδέονται και με τις προσπάθειες υποβάθμισης (ή προλεταριοποίησης που αναφέρει το κείμενο) της νεολαίας. Μια νεολαία αμόρφωτη είναι εύκολα καθοδηγούμενη, ενώ αντίθετα μια νεολαία που σκέπτεται και μορφώνεται είναι επικίνδυνη. Πόσο μάλλον αν είναι άνεργη και νηστική όπως τώρα…

Από εκεί και περά μας κάνει εντύπωση η παντελής απουσία ή περιορισμένη αναφορά σε ορισμένα ζητήματα.

Ένα βασικό μειονέκτημα του σχεδίου θέσεων είναι ότι δεν έχει καμιά σχεδόν συγκεκριμένη πρόταση (πέρα από την πανεθνική συνέλευση αντιπροσώπων, η οποία μας δημιούργησε ερωτηματικά που θα αναπτύξουμε παρακάτω.) Σημαντική π.χ. για εμάς είναι η ανάγκη αναφοράς στην υποστήριξη δημιουργίας νέων αμεσοδημοκρατικών κοινωνικών δομών που θα έρθουν να αντικαταστήσουν τις υπάρχουσες δομές του καπιταλιστικού συστήματος. Τέτοιες είναι π.χ. οι συνελεύσεις κατοίκων, εργαζομένων, κτλ.
Επίσης είναι εντελώς παράδοξο για ένα κείμενο θέσεων μιας οργάνωσης νεολαίας η παντελής έλλειψη αναφοράς στους μαθητές και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, τα οποία και τους οδηγούν σε συνεχή κινήματα καταλήψεων τα τελευταία χρόνια, χωρίς μάλιστα το αστικό κράτος να διστάζει να τους σύρει μέχρι και στα δικαστήρια.

Εξίσου εντύπωση μας δημιουργεί η ελάχιστη αναφορά στα νικηφόρα φοιτητικά κινήματα του 2006/2007. Τα κινήματα αυτά πέραν του ότι αποτελούν βίωμα ενός μεγάλου μέρους της νεολαίας είναι και το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα για τους αγώνες του αύριο. Χωρίς γραφειοκρατίες, χωρίς επεμβάσεις, μόνο με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και από τα κάτω.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η παντελής απουσία αναφοράς στην ΕΑΑΚ η οποία μπορεί να έχει αδιαμφισβήτητα σημαντικές αδυναμίες αλλά εξ’ ίσου αναμφίβολα αποτελεί και το πιο επιτυχημένο και αναγνωρίσιμο μόρφωμα του χώρου μας. Πιστεύουμε ότι η οργάνωσή μας δεν πρέπει να παραιτηθεί από την ΕΑΑΚ, αλλά αντίθετα να αναβαθμίσει της παρέμβασή της μέσα σε αυτήν, ώστε να καταπολεμηθεί η τάση που υπάρχει από πολλούς να το μετατρέψουν σε φοιτητικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και να αναδειχθεί σε μια πραγματικά Ενιαία ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ Αριστερή Κίνηση, όπου τα συντονιστικά της θα είναι χώρος διαλεκτικής τριβής σχημάτων και αγωνιστών και όχι κονκλάβιο και αρένα μάχης μεταξύ εκπροσώπων οργανώσεων-ημιεπαγγελματιών συνδικαλιστών γραφειοκρατών.

Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο είναι η απουσία γενικότερα της λέξης αμεσοδημοκρατία, αν και υπάρχει η αναφορά στην ανάγκη δημιουργίας κινήματος από τα κάτω. Αυτό όμως δεν είναι ξεκάθαρο και νωρίτερα στην αναφορά περί της ανάγκης για δημιουργία συνέλευσης αντιπροσώπων. Μια συνέλευση αντιπροσώπων οι οποίοι δεν θα είναι άμεσα ανακλητοί στην ουσία δεν καταπολεμά την συνδικαλιστική γραφειοκρατία αλλά απλά δημιουργεί ακόμη μία. Γι’ αυτό κι εμείς έχουμε την απορία τι ακριβώς εννοούμε με τους όρους “αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης” και “κίνημα από τα κάτω”. Μια (αυτόκλητη) συνέλευση αντιπροσώπων, παρ’ ότι μπορεί να φανεί ένα χρήσιμο εργαλείο σε συγκεκριμένες καταστάσεις, σίγουρα δεν αποτελεί “αυτοοργάνωση”, ούτε “από τα κάτω” και πάντοτε βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο να περιέλθει στην αυταπάτη ότι έχει επιτεύξει αυτά τα παραπάνω και ότι ταυτίζεται με την εργατική τάξη. Είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει το ίδιο το προλεταριάτο ούτε να δρα εν ονόματί του. Καμιά συνέλευση αντιπροσώπων (ποιούς εκπροσωπούν αλήθεια;), κανένα συνεργατικό μόρφωμα, κανένα κόμμα –όσο “σωστό” και “αληθινό” κι αν είναι το πρόγραμμα και η θεωρία του- δεν μετουσιώνεται στην εργατική τάξη και θεωρούμε πως αν μια οργάνωση θέλει να ονομάζεται επαναστατική τότε πρωταρχικό της μέλημα θα πρέπει να είναι η πραγματική αυτοοργάνωση του προλεταριάτου ώστε να μπορεί το ίδιο να αποφασίζει για τις τύχες του και όχι να αποφασίζουν κάποιοι αντ’ αυτού (το τί αποφάσεις θα παίρνει αυτό το αυτοοργανωμένο –και ασφαλώς πολύ πιο συνειδητοποιημένο- προλεταριάτο θα είναι μετά ζήτημα της παρέμβασής μας σε αυτό και κυρίως της διαλεκτικής που το ίδιο θα αναπτύξει).

Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκουμε απαράδεκτη την φράση στις Θέσεις: «Μια οργάνωση μαχητική –που θα αποδεικνύει κάθε στιγμή το «δικαίωμα της να είναι ηγεσία» στο κίνημα της νεολαίας.» Εδώ το μέσο γίνεται σκοπός και ηχεί εντελώς ως σταλινική νοοτροπία.

Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι απευθυνόμαστε στην νεολαία. Σε μια νεολαία μάλιστα που βαρέθηκε τα ωραία λόγια και μόλις ένα χρόνο πριν έδωσε τέλος στο καθεστώς της μεταπολίτευσης. Σε μια νεολαία που μπορεί να αναζητά ακόμη να βρει τί είναι αυτό που την εκφράζει αλλά η οποία είναι βέβαιη ότι δεν την εκφράζει οτιδήποτε συνδέεται με νοοτροπίες του παρελθόντος. Αυτή η νεολαία δεν ζητά κυρίως στοιχεία και αριθμούς αλλά αποζητά κάποιους που θα μιλήσουν για τα προβλήματα τους στην γλώσσα τους. Το σχέδιο θέσεων μας απέχει πολύ από αυτό. Η συνεχής αναφορά οικονομικών και στατιστικών στοιχείων σε συνδυασμό με την υπόλοιπη γλώσσα του κειμένου το καθιστά κουραστικό όχι μόνο για τον νεαρό αναγνώστη αλλά ακόμη και για τους πιο εξοικειωμένους. Βέβαια δεν παραγνωρίζουμε ότι ένα κείμενο θέσεων συνεδρίου δεν μπορεί να έχει εκφράσεις καφενειακού τύπου αλλά αντίθετα μια σαφή και τεκμηριωμένη διατύπωση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να καταφεύγουμε σε μια μορφή αριστερίστικου καθωσπρεπισμού ο οποίος εκφράζεται μόνο με συγκεκριμένα λεκτικά σχήματα. Η λεγόμενη «ξύλινη γλώσσα» άλλωστε αποτελεί γέννημα της σταλινικής γραφειοκρατίας και δημιουργήθηκε επειδή οι συγγραφείς αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν τις ίδιες καθιερωμένες εκφράσεις φοβούμενοι την δίωξη από το καθεστώς εάν παρερμηνεύονταν τα λεγόμενα τους.

Κλείνοντας, θεωρούμε επιτακτική ανάγκη την αλλαγή-διόρθωση του σχεδίου θέσεων άμεσα, ώστε να έχει παρουσιαστεί ήδη βελτιωμένο στους συντρόφους της οργάνωσης όταν φτάσουμε στο συνέδριο και να αποτελέσει έναυσμα για αναβαθμισμένες συζητήσεις και αποφάσεις. Το κείμενο χρειάζεται να έχει μια δομή και μορφή που να ελκύει την ανάγνωσή του ακόμα και στους πολύ νεαρούς αναγνώστες και να περιέχει κεφάλαια που να είναι ευανάγνωστα, σαφή και κατανοητά, παράλληλα με τις αναγκαίες αναλύσεις και παραθέσεις στοιχείων. Ακόμα, κάθε θεματική ενότητα χρειάζεται να καταλήγει σε συγκεκριμένες προτάσεις για το ζήτημα που αναλύει, τόσο στο σήμερα όσο και για το μέλλον. Όλα αυτά χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε την προσπάθεια των συντρόφων να ερμηνεύσουν τις επιπτώσεις της κρίσης με βάση στατιστικά στοιχειά. Ένα τέτοιο κείμενο θα μπορούσε να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τα μέλη της οργάνωσης ώστε να καταφέρουν να κατανοήσουν το βάθος και το μέγεθος της κρίσης και των τριγμών που έχει επιφέρει σε όλο το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Ως κείμενο θέσεων όμως είναι κατά την γνώμη μας ελλιπές… "

Ο.Ε.Ν. - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου